"Ξύπνα Περσεφόνη. Εφιάλτης ήταν... και πέρασε"
Στις μέρες που ζούμε η Περσεφόνη αποφάσισε να ανεβεί στον επάνω κόσμο. Σκέφτηκε να πάει σ' ένα γνώριμο μέρος. Το θυμόταν από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι και έβλεπε τις γιορτές που κάνανε οι άνθρωποι για να τιμήσουν τη μητέρα της, τη Δήμητρα.
Ήταν ένας όμορφος τόπος. Την άνοιξη γέμιζε με φλισκούνι κι άγρια μέντα, κυκλάμινα κι άλλα πολλά λουλούδια. Ο αέρας μοσχοβολούσε και χαιρόταν η καρδιά του ανθρώπου να τα βλέπει. Η θάλασσα που ακουμπούσε στα πόδια του ήταν καθαρή. Ήταν ευλογία. Να τη βλέπεις και να τη χαίρεσαι. Πέρα στον κάμπο τα βελάσματα μαζί με τα κουδούνια των ζώων έφτιαχναν ένα όμορφο τραγούδι. Τραγούδι χαράς και ζωής. Έτσι λοιπόν ένα ανοιξιάτικο πρωινό, χαιρέτισε τον Πλούτωνα, φόρεσε τον πολύχρωμο μανδύα της και ξεκίνησε.
Ανεβαίνοντας στον πάνω κόσμο πήρε μια βαθιά ανάσα.
Ένας έντονος βήχας την έπιασε, γκούχου, γκούχου...
Τα μάτια της έτσουξαν δυνατά και δάκρια κύλησαν στα ρόδινα μάγουλά της. Τα έτριψε για να δει πιο καθαρά.
Αχ, μανούλα μου! φώναξε.
Δεν πίστευε στα μάτια της. Μεγάλα τσιμεντένια κτίρια, με κάτι τεράστιους σωλήνες που βγάζανε μαύρο καπνό, υψώνονταν μπροστά της.
Άνθρωποι ντυμένοι με λερωμένα ρούχα, πηγαινοέρχονταν και κουβαλούσαν μεγάλα τσουβάλια με μια γκρίζα σκόνη, που μύριζε απαίσια.
Κάτω απ' τις ψηλές καμινάδες είδε ένα πεθαμένο πουλί. Πλησίασε και το πήρε στην αγκαλιά της. Τα μάτια της ξαναγέμισαν δάκρια όχι όμως από τα καυσαέρια...
Πιο πέρα πολλοί μαζί άνθρωποι, φορώντας καπέλα και κάτι μαύρα κουτιά κρεμασμένα στο λαιμό τους, μιλούσαν μια άγνωστη γλώσσα και κάθε τόσο πετούσαν σκουπίδια και αποτσίγαρα.
Με κόπο αναγνώρισε το παλιό θυσιαστήριο, όπου έσμιγαν τα χέρια τους οι μύστες πριν ξεκινήσουν τις τελετές.
Κι εκεί που περίμενε να δει το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας, είδε κάτι τεράστια κάρα με μεγάλες καρότσες γεμάτες σιδερικά, να πηγαίνουν πέρα δώθε και να χαλάνε τον κόσμο με τη φασαρία τους.
Μέσα στη θάλασσα, που ήταν σκούρα καφέ, μεγάλα καράβια έχασκαν με ανοιχτές τις κοιλιές τους και πολλοί άνθρωποι μπαινόβγαιναν, χτυπούσαν, κουβαλούσαν πράγματα.
Με το νεκρό πουλί στην αγκαλιά της έκατσε σε μια άκρη κι έκλαιγε απαρηγόρητη. Σκεφτόταν μια τον Πλούτωνα, μια τη μητέρα της και μια τη γη που ήξερε.
-
Καλύτερα να γυρίσω για πάντα στον κάτω κόσμο, ψιθύρισε.
Της φάνηκε πως όλη η φύση γύρω της τραγουδούσε.
Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς Έριξε μια τελευταία ματιά στον κάμπο. Δεν άκουσε βελάσματα και κουδούνια αλλά.
- Αχ. Τι είναι αυτά που ακούω; Είναι παιδιά που παίζουν!
Ένα μικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Τα παιδιά την πλησίασαν Την είδαν ντυμένη μ' ένα παράξενο φόρεμα. Τους φάνηκε σα να βγήκε από κάποιο παραμύθι. Τα μάτια της πρησμένα από το κλάμα δεν έκρυβαν την ομορφιά της.
- Ποια είσαι εσύ;
- Πώς σε λένε;
- Είσαι πολύ όμορφη! Από πού ήρθες;
Οι ερωτήσεις πήγαιναν βροχή.
Η Περσεφόνη τους κοίταξε μ' ένα πικρό χαμόγελο.
- Είμαι η Περσεφόνη, η κόρη της θεάς Δήμητρας.
- Ναι, ναι ξέρουμε !
- Διαβάσαμε για σένα!
- Σε γράφουν όλα τα βιβλία!
- Μας το είπε και η δασκάλα μας!
Όμως...
- Γιατί κλαις;
- Σε πείραξε κανείς;
- Πώς ήρθες ως εδώ;
Τότε η Περσεφόνη τους διηγήθηκε την ιστορία της. Τα παιδιά την άκουγαν με το στόμα ανοιχτό. Μόλις τελείωσε κάποιος φώναξε.
- Όχι, Περσεφόνη μη φύγεις.
- Μείνε κοντά μας.
- Εμείς θα προσπαθήσουμε να φτιάξουμε ξανά τη γη όπως ήταν.
- Μη φύγεις Περσεφόνη!
Η Περσεφόνη τους άκουγε με προσοχή και μια ελπίδα γεννήθηκε στην καρδιά της. Το χαμόγελό της έπαψε να είναι πικρό κι έγινε φωτεινό. Τα μάτια της έλαμψαν σαν φεγγάρια του Αυγούστου.
Τα παιδιά πήραν θάρρος και συνέχισαν.
- Την επόμενη άνοιξη που θα 'ρθεις θα δεις τον κόσμο αλλιώτικο.
- Εμείς θα τον φροντίσουμε.
- Σου δίνουμε το λόγο μας, Περσεφόνη.
Η Περσεφόνη άνοιξε την αγκαλιά της, σαν ένα τεράστιο ουράνιο τόξο, σαν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα και τα έκλεισε με ζεστασιά μέσα. Μετά εξαφανίστηκε. Και τώρα;
- Αρχίζουμε δουλειά !
- Και τι θα κάνουμε;
- Πρώτα θα χωριστούμε σε τέσσερις ομάδες.
- Εμείς θα φυτέψουμε, δέντρα, λουλούδια και μυρωδικά οπουδήποτε βρούμε λίγο χώμα.
- Σε γλάστρες, σε βαρέλια παντού.
- Εμείς θα καθαρίσουμε την περιοχή από τα σκουπίδια.
- Θα βάλουμε και κάδους για σκουπίδια και για ανακύκλωση.
- Εμείς θα ετοιμάσουμε ταμπέλες.
- Τι να γράφουν;
- «Απαγορεύεται το κάπνισμα στο δάσος»
- «Μην πετάτε αναμμένα τσιγάρα»
- «Κρατάτε τη γη μας καθαρή»
- «Σεβαστείτε τα ζώα»
- «Μην κόβετε τα δέντρα χωρίς λόγο»
- «Προσοχή στα φάρμακα Δηλητηριάζουν την γη»
• Εμείς θα πάμε στα εργοστάσια και θα ζητήσουμε να βάλουνε φίλτρα στις καμινάδες για να μην ρυπαίνουν τον αέρα και να μην πεθαίνουν τα πουλιά.
• Μόνο στις καμινάδες και στις αποχετεύσεις να βάλουν. Για να μη λερώνονται τα ποτάμια και οι θάλασσες.
•Για να μην πεθαίνουν τα ψάρια.
Κάποιος είχε και μια άλλη ιδέα.
- Να αλλάξουμε τους στίχους του τραγουδιού.
- Και πώς να γίνει;
- Βγες έξω Περσεφόνη
Απ' την αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι
Μπορείς να ξαναβγείς
Τα παιδιά δούλεψαν σκληρά. Δεν ήταν εύκολα όλα αυτά. Ζήτησαν και βοήθεια από τους δασκάλους τους και τους γονείς τους. Την επόμενη άνοιξη όλα ήταν έτοιμα ή τουλάχιστον καλύτερα από πριν. Τα παιδιά μαζεύτηκαν στο παλιό τελεστήριο έκαναν έναν κύκλο, έδωσαν τα χέρια και τραγούδησαν όλα, μαζί.
Βγες έξω Περσεφόνη
Απ' την αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι
Μπορείς να ξαναβγείς
Περσεφόνη εμφανίστηκε καταχαρούμενη και πανέμορφη. Πιάστηκε μαζί τους στο χορό και τότε έγινε κάτι παράξενο. Μπήκαν ανάμεσά τους λουλούδια πουλιά, πεταλούδες και μια ανθοστόλιστη κοπέλα που δεν ήταν άλλη απ' την ίδια την Άνοιξη. Όλη η φύση γιόρταζε τον ερχομό της Περσεφόνης. Τα παιδιά τραγουδούσαν, γελούσαν, χόρευαν και κοίταζαν το ένα το άλλο με μεγάλη ικανοποίηση. Τώρα το ξέρουν πως με τη θέληση και τη δουλειά τους μπορούν να πετύχουν πολλά!
|