Απειλείται η βιοποικιλότητα;

Τα περισσότερα από τα είδη που είναι σήμερα γνωστά έχουν αρχίσει να μειώνονται σημαντικά ή και να εξαφανίζονται, με ταχύτητα από δέκα ως δέκα χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από εκείνη των μεγάλων γεωλογικών περιόδων.

Πρέπει, έλεγε ο βιολόγος Ζαν Ροστάν, "να προστατεύουμε το άγνωστο για άγνωστους λόγους". Λίγοι είναι οι τομείς στους οποίους αυτό το γνωμικό ταιριάζει τόσο καλά, όσο αυτός της βιοιποικιλότητας. Ο ίδιος ο όρος, που υποδεικνύει όλα τα είδη τα οποία ζουν στον πλανήτη όπως και τα οικοσυστήματα και τις οικολογικές διαδικασίες που συνδέονται με αυτά, έχει ηλικία περίπου δέκα ετών. Κανένας ειδικός δεν μπορεί να την προσδιορίσει ποσοτικά, κανένας δεν μπορεί να προβλέψει ποιες θα είναι οι συνέπειες από την εξαφάνισή της. Οι πάντες είναι όμως βέβαιοι για ένα πράγμα: ότι πρέπει να προστατεύσουμε τη βιοποικιλότητα.

Αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε αυτή την ανάγκη τον Ιούνιο του 1992, όταν υπεγράφη η διεθνής συνθήκη για τη βιοιποικιλότητα κατά τη διάρκεια της διάσκεψης κορυφής για τη Γη που είχε οργανωθεί στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Η συνθήκη ετέθη σε ισχύ το Δεκέμβριο του 1993 και για πρώτη φορά έγινε προσπάθεια να ρυθμιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο η ιδιοποίηση από τον άνθρωπο του πλούτου της ζωής πάνω στη Γη.

Στις χώρες του Βορρά, η συνθήκη αυτή επιβεβαίωσε την κατοχύρωση διακαιωμάτων πάνω σε φυτά, ζώα και μικροοργανισμούς, που μας δίνουν τα τρόφιμα ή τα βιομηχανικά προϊόντα. Στις χώρες του Νότου, όπου βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος του βιολογικού πλούτου, η συνθήκη προσέφερε μια ελάχιστη εγγύηση - με τη μορφή των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης - έτσι ώστε η ιδιωτικοποίηση της ζωής να μη γίνει εις βάρος των χωρών αυτών.

Μπορεί η ορθή διαχείριση της βιοποικιλότητας να μην έχει ακόμη βρεθεί, αλλά η αναγνώριση της ύπαρξής της είναι παραπάνω από βέβαιη. Τα περισσότερα από τα είδη που είναι σήμερα γνωστά (περίπου 1,5 με 1,8 εκατομμύρια, ανάμεσά τους 360.000 φυτά και μικροοργανισμοί, 990.000 ασπόνδυλα και 45.000 σπονδυλωτά) έχουν αρχίσει να μειώνονται σημαντικά ή και να εξαφανίζονται, με μια ταχύτητα από δέκα ως δέκα χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από εκείνη των μεγάλων γεωλογικών περιόδων κατά τις οποίες εξαφανίστηκαν πολλά είδη.

Αλόγιστη αστικοποίηση, εκβιομηχανισμός, εντατικοποίηση της γεωργίας, οι λόγοι που εξηγούν αυτή τη σγφαγή είναι πολλοί. Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε; Να δράσουμε στη ρίζα του κακού; Να εμποδίσουμε την καταστροφή των δασών, να σταματήσουμε την υπερεκμετάλλευση της πανίδας και της χλωρίδας, να επιβάλουμε κανόνες στο κυνήγι και στην αλιεία, να βρούμε καινούργιους τρόπους για την καλλιέργεια της γης;

Μπορούμε να ονειρευόμαστε. Αν όμως δεν αλλάξει ριζικά η παγκόσμια οικονομία, αν δεν αναπτυχθεί ουσιαστικός διάλογος μεταξύ Βορρά και Νότου, δε βλέπουμε πως θα μπορούσαν να περιοριστούν οι αιτίες αυτής της παρακμής.

Υπάρχουν οι επιχειρήσεις προστασίας. Οι τράπεζες σπόρων ή σπέρματος, οι βοτανικοί και ζωολογικοί κήποι, οι τεχνικές διατήρησης ex situ είναι γνωστές από καιρό. Για πολλά έμβια όντα αποτελούν το μοναδικό τρόπο επιβίωσής τους. Άλλο πράγμα είναι βέβαια να προστατεύεις μερικές χιλιάδες είδη με φτερά η γούνα και άλλο πράγμα είναι να προστατεύεις σε παγκόσμια κλίμακα τα οικοσυστήματα που εγγυώνται την ισορροπία τους. Όλοι οι οικολόγοι το υπογραμμίζουν: μόνο με τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντός του, ο ζωντανός οργανισμός μπορεί να εξελιχθεί.

Πώς όμως να διαλέξει κανένας τις ζώνες που πρέπει να προστατεύσει χωρίς προηγουμένως να γνωρίζει τη λειτουργία των οικοσυστημάτων, χωρίς να έχει μελετήσει τη γεωγραφική κατανομή τους, χωρίς να έχει ορίσει τη ζωική, φυτική και μικροβιακή σύνθεσή τους - εν συντομία: χωρίς να έχει τελειοποιήσει την καταγραφή των ζωντανών οργανισμών; Τιτάνιο έργο, καθώς μόνο στα τροπικά οικοσυστήματα υπάρχουν περισσότερα από τρία εκατομμύρια είδη, από τα οποία μόνο τα 750.000 έχουν καταγραφεί.

Γενικότερα μπορεί η καταγραφή των πτηνών (περίπου 9.000 είδη) και των θηλαστικών (4.000 είδη) να έχει εξαντληθεί, όπως το ίδιο συμβαίνει και για τα έντομα (750.000), αλλά δεν ισχύει το ίδιο για άλλες κατηγορίες (μήκυτες, νηματώδεις σκώληκες, θαλάσσια είδη). Ακριβώς αυτές οι στοιχειωδέστερες μορφές ζωής συμβάλλουν τα μέγιστα στην εξέλιξη της βιολογικής ποικιλότητας.

Μπορεί κανένας να ελπίζει ότι στο εγγύς μέλλον θα καταγραφούν όλα αυτά τα εκατομμύρια πλάσματα; Κάποιοι φροντίζουν γι' αυτό. Απόδειξη το πρόγραμμα "Συστηματική Ατζέντα 2000" του αμερικανικού National Science Foundation, που χρηματοδοτεί έρευνες για το περιβάλλον. Σχεδόν παντού στον κόσμο οργανώνονται προγράμματα προστασίας, τις περισσότερες φορές υπό την αιγίδα κρατικών φορέων. Βασικό εμπόδιο όλων αυτών των σχεδίων: η χρηματοδότησή τους. Στο μέλλον θα μπορούσε άραγε να βρεθεί μια λύση με κονδύλια από ιδιωτικούς φορείς;

Ορισμένες μεγάλες εταιρείες έχουν διαπιστώσει την ανάγκη αυτή. Το αποδεικνύει αυτό που συμβαίνει στην Κόστα Ρίκα, όπου υπάρχει μια συμφωνία δασικής "βιοανίχνευσης" μεταξύ του Εθνικού Ινστιτούτου Βιοποικιλότητας (Inbio) και της αμερικανικής φαρμακοβιομηχανίας Merck & Co. Η συμφωνία υπεγράφη το 1991 και ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια, ικανοποιώντας και τα δύο μέρη.

Η αμερικανική εταιρεία εξασφαλίζει την αποκλειστικότητα για να μπορεί να υπολογίζει τις βιολογικές ιδιότητες των δειγμάτων φυτών, μυκήτων, εντόμων και μικροοργανισμών που της χορηγεί το Inbio. Σε αντάλλαγμα η Merck & Co δίνει έξι εκατομμύρια γαλλικά φράγκα (300 εκατομμύρια δραχμές) στο κρατικό ινστιτούτο, το οποίο τα επενδύει σε δικές του έρευνες και σε προγράμματα προστασίας του περιβάλλοντος.

Όσο ενδιαφέρουσες και να είναι αυτές οι πρωτοβουλίες, ακόμα και αν πολλαπλασιαστούν, δεν επαρκούν για να αντιμετωπισθεί η γιγαντιαία πρόκληση για την προστασία της ζωής που αντιμετωπίζει ο 21ος αιώνας. Εν όψει της σοβαρότητας της κατάστασης, είναι επείγον να βρεθούν πιο κατάλληλες απαντήσεις. Χωρίς αυτές, η εξαφάνιση της βιοποικιλότητας θα μας οδηγήσει στο ίδιο πεπρωμένο με αυτό των δεινοσαύρων.

Εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ"
Le Monde - Catherine Vincent
5 Δεκεμβρίου 1999